Επιχειρηματίας αναλογίζεται αν συμφέρει η αγορά ή το leasing εξοπλισμού — εικόνα που συνοδεύει άρθρο για τη χρηματοδοτική μίσθωση.

Αγορά εξοπλισμού μέσω leasing: μια εναλλακτική μορφή χρηματοδότησης για την επιχείρηση

Η ανανέωση ή ο εκσυγχρονισμός του εξοπλισμού αποτελεί για πολλές επιχειρήσεις ένα αναγκαίο βήμα για να παραμείνουν ανταγωνιστικές. Ωστόσο, η άμεση αγορά ενός μηχανήματος ή οχήματος απαιτεί σημαντικά κεφάλαια, τα οποία συχνά περιορίζουν τη ρευστότητα της επιχείρησης. Σε τέτοιες περιπτώσεις, η χρηματοδοτική μίσθωση (leasing) μπορεί να αποτελέσει μια ιδιαίτερα χρήσιμη λύση.

Με τη χρηματοδοτική μίσθωση, η επιχείρηση αποκτά τη χρήση του εξοπλισμού που χρειάζεται πληρώνοντας μηνιαίες ή ετήσιες δόσεις, χωρίς να καταβάλει όλο το ποσό από την αρχή. Στο τέλος της σύμβασης μπορεί, αν το επιθυμεί, να αγοράσει τον εξοπλισμό καταβάλλοντας ένα μικρό ποσό ή να τον αντικαταστήσει με νεότερο. Έτσι εξασφαλίζει ότι θα χρησιμοποιεί πάντα σύγχρονα μέσα, χωρίς να εξαντλεί τα διαθέσιμά της.

Το leasing προσφέρει ευελιξία και φορολογικά οφέλη. Τα μισθώματα που πληρώνει η επιχείρηση αναγνωρίζονται συνήθως ως επαγγελματική δαπάνη, μειώνοντας έτσι τη φορολογία της. Επιπλέον, δεν χρειάζεται να δεσμεύσει μεγάλα ποσά σε πάγια, κάτι που της επιτρέπει να διατηρεί ρευστότητα για άλλες ανάγκες, όπως μισθοδοσία, πρώτες ύλες ή επενδύσεις.

Από την άλλη πλευρά, η μίσθωση μπορεί να αποδειχθεί ακριβότερη από την αγορά, αφού το συνολικό ποσό που πληρώνεται σε βάθος χρόνου περιλαμβάνει και τόκους. Επίσης, όσο διαρκεί η σύμβαση, ο εξοπλισμός δεν ανήκει στην επιχείρηση, επομένως δεν μπορεί να τον πουλήσει ή να τον χρησιμοποιήσει ως εγγύηση. Αν, για παράδειγμα, μειωθεί η δραστηριότητα και η επιχείρηση δυσκολευτεί να καλύψει τα μισθώματα, δεν έχει τη δυνατότητα να διακόψει τη σύμβαση χωρίς επιπλέον κόστος.

Ας φανταστούμε μια επιχείρηση που χρειάζεται νέο μηχάνημα για να μειώσει τα λειτουργικά της έξοδα. Έχει δύο επιλογές: να το αγοράσει ή να το μισθώσει. Αν το αγοράσει, θα πρέπει να πληρώσει ένα σημαντικό ποσό από την αρχή, αλλά στη συνέχεια θα της ανήκει και θα μπορεί να το χρησιμοποιεί χωρίς περιορισμούς. Επιπλέον, θα έχει όφελος από τις αποσβέσεις, δηλαδή από τη σταδιακή φορολογική έκπτωση της αξίας του εξοπλισμού. Αν το μισθώσει, δεν θα χρειαστεί να διαθέσει χρήματα προκαταβολικά, αλλά θα πληρώνει μισθώματα για ορισμένα χρόνια. Τα μισθώματα αυτά θα αναγνωρίζονται ως επαγγελματική δαπάνη και θα μειώνουν τη φορολογία της.

Το ποια επιλογή είναι πιο συμφέρουσα εξαρτάται κυρίως από δύο παράγοντες: το επιτόκιο που χρησιμοποιείται για να υπολογιστεί η σημερινή αξία των μελλοντικών πληρωμών και το φορολογικό όφελος που προκύπτει από τις εκπτώσεις είτε των αποσβέσεων είτε των μισθωμάτων. Σε περιβάλλον υψηλών επιτοκίων, η μίσθωση τείνει να γίνεται πιο συμφέρουσα, γιατί η επιχείρηση αποφεύγει τη μεγάλη αρχική δαπάνη και αξιοποιεί τα φορολογικά οφέλη των μισθωμάτων. Όταν όμως τα επιτόκια είναι χαμηλά ή υπάρχει διαθέσιμη ρευστότητα, η απευθείας αγορά αποκτά προβάδισμα, καθώς έχει μικρότερο συνολικό κόστος και προσφέρει στην επιχείρηση την πλήρη κυριότητα του εξοπλισμού.

Η απόφαση μεταξύ αγοράς και leasing δεν είναι μια τυπική λογιστική διαδικασία, αλλά μια στρατηγική επιλογή που επηρεάζει τη χρηματοοικονομική πορεία της επιχείρησης. Ο λογιστής, έχοντας πλήρη γνώση των οικονομικών δεδομένων, μπορεί να υπολογίσει τις ταμειακές ροές κάθε επιλογής και να εκτιμήσει ποια είναι πραγματικά πιο συμφέρουσα, λαμβάνοντας υπόψη τη φορολογία, το κόστος κεφαλαίου και τη ρευστότητα.

Το leasing αποτελεί μια ευέλικτη και συχνά χρήσιμη λύση για την απόκτηση εξοπλισμού, δεν είναι όμως πάντα η πιο οικονομική. Κάθε επιχείρηση πρέπει να εξετάζει προσεκτικά τα δεδομένα της πριν αποφασίσει, να συγκρίνει τις εναλλακτικές και να επιλέγει εκείνη που προσφέρει τη μεγαλύτερη ωφέλεια σε βάθος χρόνου.

Κοινοποίηση